ΨΗΦΙΑΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΒΛΑΧΟΚΕΡΑΣΙΑΣ

    «Ο Μάστορης»

e.bistolas.jpg

Όταν κανείς θέλει να αναφερθεί σε κάποιον άνθρωπο προηγούμενης γενιάς πρέπει να τον σκεφθεί με τους όρους του κοινωνικοπολιτισμικού «γίγνεσθαι» της εποχής του.
 
Ο Επαμεινώνδας Ι. Μπιστόλας, γιος του μπάρμπα Γιάννη του Σιούτου κι αδελφός του Γιώργη, της Τρισεύγως, της Μαριγώς, της Πολυτίμης και της Γιωργίτσας, ο γνωστός σε όλους «μάστορης» δούλευε νυχθημερόν σκυμμένος επάνω στον πάγκο του. Αυτοδίδακτος τσαγκάρης επεξεργαζόταν  με περίσσιο μεράκι τα φόντια και τα δέρματα επάνω στα ξύλινα καλούπια  που διέθετε. Η διαδικασία κατασκευής ενός ζευγαριού υποδημάτων ήταν σκληρή και επίπονη. Από την ημέρα της αποτύπωσης του ανθρώπινου χναριού μέχρι την ημέρα της παράδοσης του πολυπόθητου ζευγαριού υποδημάτων, τα χέρια του μάστορη δούλευαν ακατάπαυστα για να το φτιάξουν όσο πιο ανθεκτικό και γερό γινόταν. Γνώριζε καλά ο μάστορης τις ανάγκες των συγχωριανών του σε όλα τα επίπεδα και έβαζε τα δυνατά του. Τα βαριά χειροποίητα υποδήματα δεν τα είχαν για Κυριακές και Σχόλες. Με αυτά διάβαιναν δύσβατα βουνά, με αυτά περπατούσαν ώρες σε χιονισμένα τοπία για να βγουν σε στράτες και «δεμοσιές», αυτά τους συνόδευαν ακόμη και στην τελευταία τους κατοικία. Έτσι με τη λαμπίτσα πετρελαίου να καίει ως τις πρώτες πρωινές ώρες το «μαγαζί», αποτελούσε πέρασμα-επιλογή για τους συγχωριανούς που ξεκινούσαν νύχτα να πάνε στα χωράφια τους. Το φως που τρεμόσβηνε μέσα στο σκοτάδι ήταν σημάδι ανθρώπινης παρουσίας και ήταν μια μορφή παρηγοριάς να γνωρίζουν ότι θα περάσουν να πουν μια καλημέρα.
 
Ο Επαμεινώνδας Μπιστόλας έκανε παράλληλα όλες τις αγροτικές εργασίες που είχε ανάγκη κάθε νοικοκυριό της εποχής για να ανταποκριθεί στην καθημερινότητά του. Ζωντανά, χωράφια, ελιές, αμπέλια, καστανιές, μηλιές, καρυδιές, όλα είχαν τις δικές τους απαιτήσεις σε ενέργεια και χρόνο, όλα ήθελαν περιποίηση και φροντίδα για να ανταμείψουν την οικογένεια με τους καρπούς τους. Το μερίδιο του «λέοντος» σε όλες τις αγροτικές εργασίες είχε η σύζυγός του Ασήμω (το γένος Μπόμπου) που όσοι τη γνώρισαν συνομολογούν ότι δούλευε με την ταχύτητα και την αποτελεσματικότητα δυο ανδρών. Με «τριπλοκατοικίες» σε Βλαχοκερασιά, Λεσινιά και Χειμαδιά η οικογένεια έπρεπε να κάνει μακρινά δρομολόγια φορτώνοντας και ξεφορτώνοντας τα ζώα που ήταν απαραίτητοι σύντροφοι και συνεργάτες  για όλες τις εργασίες.
Ο Επαμεινώνδας ήταν άνθρωπος κατά γενική ομολογία αψύς αλλά και με βαθύ περί δικαίου αίσθημα που δεν ήθελε ούτε να αδικήσει, αλλά ούτε και να αδικηθεί. Υπάρχουν ιστορίες για το οξύθυμο του χαρακτήρα του, αλλά όταν κανείς συνυπολογίζει τις κοινωνικές περιστάσεις και τα κυρίαρχα κοινωνικά πρότυπα εκείνης της εποχής γνωρίζει ότι η «αντρίκια» συμπεριφορά ήταν σε υψηλή εκτίμηση τόσο στις αγροτικές όσο και τις αστικές περιοχές στην Ελλάδα του εικοστού αιώνα και η χειροδικία αποτελούσε κάποιες φορές τρόπο επίλυσης των διαφορών. 
 
Ο μάστορης χαιρόταν πολύ με την προκοπή των παιδιών του, του Γιάννη και του Άγγελου και με τα έξι εγγόνια που του χάρισαν, πέντε ο Γιάννης (τον Επαμεινώνδα, τον Νίκο, το Δημήτρη, τον Μανώλη και την Κατερίνα) και ένα, την Ασημίνα, ο Άγγελος. Η μόνη πικρία που ένοιωθε ήταν ότι οι παιδικές φωνούλες θα έπαυαν κάποτε να γεμίζουν το σπίτι που θα «έκλεινε» για πάντα. Οι φόβοι του δεν επαληθεύτηκαν εφόσον χάριν του μικρού λαογραφικού μουσείου το σπίτι είναι πάντα «ανοικτό» και ο πάγκος με τα εργαλεία του και τα παιδικά καλούπια θα παραμείνουν για αρκετά ακόμη χρόνια στη θέση τους να θυμίζουν την κυρτωμένη ράχη και τα ροζιασμένα χέρια που πάλευαν να τιθασεύσουν το δέρμα και να το κάνουν παπούτσια στην υπηρεσία των συγχωριανών του. 
 
Άννα Μαρτίνου