ΨΗΦΙΑΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΒΛΑΧΟΚΕΡΑΣΙΑΣ

Αποχαιρετιστήριος – επικήδειος λόγος της Αγγελικής Κατσαφάνα για την Κωνσταντίνα Κοντογιάννη, σύζυγο Γρηγορίου Κοντογιάννη
Βλαχοκερασιά  28 Φεβρουαρίου 2019

 

   Αγαπημένη μου θεία.

   Έφυγες πλήρης ημερών με την αγάπη των παιδιών σου και των συγγενών σου.

   Γεννήθηκες το 1920. Από τριών χρονών έχασες τον πατέρα σου Δημήτρη Κατσαφάνα,  ο οποίος, αν και γύρισε σώος από τον πόλεμο μετά τη Μικρασιατική καταστροφή, αρρώστησε από πούντα που δεν μπορέσανε να αντιμετωπίσουν οι γιατροί κι έφυγε νεότατος μόλις 29 χρονών. Άφησε πίσω του τρία μικρά παιδιά, εσένα, τον  5χρονο αδερφό σου τον Γιώργη και τη μικρή Μητσούλα στα σπάργανα. Η οικογένειά σου βυθίστηκε στο βαρύ πένθος και το βαρύ φορτίο να ορθοποδήσει έπεσε στη μητέρα σου τη Γεωργία και τη χήρα γιαγιά  σου την Παρασκευή, που σήκωσε για άλλη μια φορά τον σταυρό του μαρτυρίου, αφού νωρίτερα είχε σκοτωθεί το 15χρονο μικρότερο παιδί της. Αυτές ριχτήκανε ξυπόλητες  με νύχια και με δόντια στη σκληρή βιοπάλη, να οργώσουν με το αλέτρι και το ξινιάρι ανάμεσα στις πέτρες  τα κακοτράχαλα εδάφη και τις πεζούλες, να σπείρουν, να θερίσουν, να αλωνίσουν και να κουβαλήσουν ξύλα, να σκάψουν και να ποτίσουν. Έμεινες ορφανή και γνώρισες όλη την πίκρα και τις στερήσεις. Στο σπίτι μετά το θάνατο του πατέρα σου βασίλευε η θλίψη και το κλάμα. Συχνά μας έλεγες ότι εσύ, ο αδελφός σου ο Γιώργης και η αδελφή σου Μητσούλα, παιδάκια μικρά, πηγαίνατε μόνα σας, στον τάφο  του πατέρα σας και κλαίγατε.

    Σε ηλικία 17 ετών  παντρεύτηκες τον συγχωριανό μας  Γρηγόρη Κοντογιάννη, δραστήριο  άνθρωπο, που ασχολήθηκε με το εμπόριο και δημιούργησε στο χωριό παντοπωλείο, ταβέρνα και κρεοπωλείο. Δούλεψες μαζί του σκληρά  τόσο στο μαγαζί όσο και στις αγροτικές εργασίες. Σε χαρακτήριζε η εργατικότητα, η τιμιότητα και η αξιοπρέπεια.  Ήσουν φιλότιμη και πάντα μας φίλευες ό,τι καλύτερο έφερνες για να πουλήσεις. Ήσουν επιδέξια και παράλληλα με τις δουλειές του σπιτιού έφτιαχνες τα γλυκά σου και τα ψωμιά σου, πληθωρικά, στο χωριάτικο φούρνο σου όπου μοσχοβολούσε τριγύρω όλη η γειτονιά.

   Έζησες και τα κυνηγητά  στην Κατοχή. Το 1944 σε κλείσανε ένα διάστημα μαζί με τη μητέρα σου στις φυλακές όπου σε κακοποιήσανε. Έζησες και την αγωνία με τον μπαρμπα-Γρηγόρη, που τον έκλεισαν οι Γερμανοί στην «κλούβα» στο ξεσκέπαστο βαγόνι του τραίνου, φραγμένο από παντού με σιδερένιους πασσάλους και αγκαθωτά σύρματα, το οποίο προπορευόταν των αμαξοστοιχιών για την ασφάλεια των σιδηροδρομικών μεταφορών  τους από τις επιθέσεις των αγωνιστών της Αντίστασης. Μαζί με άλλους ομήρους Έλληνες πατριώτες σαν μελλοθάνατο τον πηγαινόφερναν  καθημερινά στο βασανιστικό δρομολόγιο Τρίπολης- Κορίνθου, μέσα στο καυτερό λιοπύρι.

   Μετά τους κατατρεγμούς του πολέμου ρίχτηκες στον ειρηνικό αγώνα της ζωής αναθρέφοντας  τα τρία παιδιά σου, τον πρωτότοκο  Κωστή σου, τον καπετάνιο που υπεραγαπούσες, όπως και τον Μίμη και τον μικρό Ναπολέοντα, που διαπρέψανε στο εμπόριο. Αγωνίστηκες σαν καλή μάνα να τα μεγαλώσεις και να τα αποκαταστήσεις. Πάντα καμάρωνες για την πρόοδο και τις επιτυχίες τους καθώς και για τα εγγόνια σου, τους Γρηγόρηδες, την Κωνσταντίνα, τον Στέργιο.

   Δέχτηκες,  όμως, άλλο ένα βαρύ χτύπημα, αφού έφυγε πολύ πριν από σένα ο δευτερότοκος γιος σου, ο Δημήτρης. Στάθηκες ωστόσο  με ψυχραιμία και αξιοπρέπεια, όπως είχες γαλβανιστεί από τα βάσανα της οικογένειάς σου που   είχες ζήσει από μικρό παιδάκι.

   Αγαπητή μου θεία Κωνσταντίνα, ήσουνα από γερό σκαρί. Στάθηκες όρθια έναν ολόκληρο αιώνα. Κράταγες από τη βαθιά ρίζα του ηρωικού καπετάν Γιάννακα κι άντεξες μπόρες και ανεμοδούρια.

    Ήρθε πλέον η ώρα να ξεκουραστείς. Να συναντήσεις τώρα και να συντροφέψεις όλους τους αγαπημένους σου, τον μπαρμπα- Γρηγόρη, τον Μίμη, τον αδερφό σου τον Γιώργη τον Τσιλίκα, τη Μητσούλα κι όλους τους προγόνους σου.

   Ας είναι ελαφρύ το χώμα της Βλαχοκερασιάς που θα σε σκεπάσει.

   Καλό σου ταξίδι

Μια Νέα Σελίδα