ΨΗΦΙΑΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΒΛΑΧΟΚΕΡΑΣΙΑΣ

   panagoulias.jpgΤα βιογραφικά στοιχεία που ακολουθούν προέρχονται από τα Απομνημονεύματα του Παν. Παναγούλια με τίτλο «Φύλλα ζωής» (1990). Το έργο του αυτό παρουσιάζει ιδιαίτερο ιστορικό, κοινωνικό και λαογραφικό ενδιαφέρον. Όπως ο ίδιος γράφει « σκοπός των βιογραφικών σημειώσεων είναι η ενημέρωση των ”επιγενομένων” για τη ζωή ενός ανθρώπου που πρόσφερε υπηρεσίες και στην πατρίδα και στα γράμματα. Οι βιογραφικές σημειώσεις γράφτηκαν χωρίς έπαρση, με πίστη στην αλήθεια.»

     Γεννήθηκε στις 28/10/1911 στη Βλαχοκερασιά Αρκαδίας. Γονείς του ήταν ο Γιάννης Παναγούλιας κι η Κωνσταντίνα Παναγούλια, το γένος Χρήστου Ανδριανού. Η οικογένειά του ήταν φτωχή ∙ γι αυτό και πέρασε τα παιδικά του χρόνια με μεγάλες δυσκολίες και στερήσεις. «Όπως τα περισσότερα παιδιά με δυσκολία εξοικονομούσα την πλάκα, το τετράδιο, το αναγνωστικό. Πολλές φορές φτιάχναμε μελάνι από την καπνιά ( μουντζούρα) της καμινάδας ή, όταν άνθιζαν οι παπαρούνες, από τα κόκκινα πέταλά τους» γράφει στα «Φύλλα ζωής».

    Στη Βλαχοκερασιά πήρε τα εγκύκλια μαθήματα σε μια κοινωνία γεμάτη προλήψεις, δεισιδαιμονίες, μικρές ή μεγάλες κακίες, με έντονες κοινωνικές διακρίσεις, αλλά και αλληλεγγύη ανάμεσα στους συγχωριανούς τουλάχιστον μέχρι το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

    Μέσα σ’ αυτό το κοινωνικό περιβάλλον, αλλά και σ’ ένα φυσικό περιβάλλον πολυδιάστατο, με πολλές ομορφιές «υφάνθηκαν τα παιδικά μου όνειρα και τα οράματα μιας καλύτερης ζωής. Εκεί σχεδίασα με το παιδικό μου μυαλό ένα ευτυχισμένο μέλλον για όλους τους ανθρώπους της γης». Ιδιαίτερα μνημονεύονται δύο εξαίρετοι δάσκαλοι, ο Γιάννης Μητρόπουλος και ο Παναγιώτης Αλεξόπουλος.

    Μετά το δημοτικό και Ελληνικό σχολείο (έως το 1925), φοίτησε, μετά από εξετάσεις, στο Α΄ Γυμνάσιο Τρίπολης αντιμετωπίζοντας μεγάλες οικονομικές δυσκολίες, αφού η φοίτηση δεν ήταν δωρεάν και η οικογένεια διέθετε ελάχιστα χρήματα για την εγγραφή στο σχολείο, για τα βιβλία, τα τετράδια και τα έξοδα διαβίωσης. Τα περισσότερα παιδιά που προέρχονταν από χωριά μαγείρευαν τα ίδια ή έτρωγαν τα φαγητά που έστελναν οι γονείς τους και γενικά περνούσαν πολύ φτωχικά, με ελάχιστο χαρτζιλίκι και καμιά διασκέδαση. «Μερικά Σάββατα, όταν δεν είχαμε πολλή μελέτη για τη Δευτέρα, το ‘κόβαμε’ με τα πόδια από τον συντομότερο δρόμο που περνούσε στην άκρη της λίμνης Τάκας και γυρίζαμε γεμάτοι χαρά στο πατρικό σπίτι. Εκεί, θυμάμαι με συγκίνηση, μας δεχόταν με δάκρυα η καημένη μας φτωχή μάνα». Ο Παν. Παναγούλιας σε πολλά σημεία της αυτοβιογραφίας του εκφράζει την απερίγραπτη αγάπη και το σεβασμό που ένιωθε για τη μητέρα του.

      Τον Οκτώβρη του 1930 εισήχθη, μετά από εξετάσεις, στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών και το Φεβρουάριο του 1935 παρουσιάστηκε στη Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών Σύρου, απ’ όπου πήρε απολυτήριο μετά από 14 μήνες.

     Εν τω μεταξύ ο πατέρας του είχε πεθάνει το 1932 από εγκεφαλικό, ενώ η μητέρα του το 1936. Το 1937 πήρε το πτυχίο του και με ορφανές τις αδερφές του, Μαρία και Τασία, και με άθλια οικονομικά αναγκάστηκε να διοριστεί στο ιδιωτικό Γυμνάσιο του Πάνου Παπασιδέρη στην Καβάλα. Ας σημειωθεί ότι εκτός από τις δύο αδελφές του, είχε και δύο αδελφούς μετανάστες στην Αμερική, τον Κώστα και τον Γιώργη. Toν Κώστα θεωρούσε ευεργέτη του, γιατί  αυτός  τον  ενίσχυε οικονομικά στη διάρκεια των σπουδών του.

         Στο Γυμνάσιο του Πάνου Παπασιδέρη υπηρέτησε έως τις 10 Οκτ. 1940, που κλήθηκε να παρουσιαστεί στο  16ο  Σύνταγμα Πεζικού της Βέροιας. Τα σχετικά με το διάστημα από την άφιξη εκεί έως το τέλος του  Ελληνοιταλικού πολέμου αφηγείται στο βιβλίο του <<Πορεία  θριάμβου>> (1983), για το οποίο γράφτηκαν πολύ επαινετικά σχόλια και εκφράστηκαν με ενθουσιασμό συμπολεμιστές με ανώτατο βαθμό (στρατηγοί).

          Πολέμησε ως έφεδρος αξιωματικός στα αλβανικά βουνά, εναντίον του ιταλού εισβολέα και για το θάρρος, την αυτοθυσία και τις στρατιωτικές ικανότητες που επέδειξε, του απονεμήθηκε το 1943 από την Ελληνική  Πολιτεία το «χρυσούν αριστείον ανδρείας» «δια την ηρωικήν μέχρις αυτοθυσίας απόδοσιν επί του πεδίου της μάχης εν τη  ενασκήσει του καθήκοντός του»

              Το Μάη του 1944, κατά την επιδρομή Γερμανών και ταγματασφαλιτών στο χωριό, συνελήφθη και  μεταφέρθηκε σε στρατόπεδο στην Τρίπολη και, μετά από 40 ημέρες κράτησης, κατάφερε να δραπετεύσει από τη Μεγαλόπολη, όπου είχε αποσπαστεί. Στη συνέχεια, παρουσιάστηκε στα Λαγκάδια, στους υπεύθυνους κλιμακίου του  Αρχηγείου της Πελοποννήσου του ΕΑΜ, και μάλιστα συνέταξε κι ένα γράμμα – προκήρυξη με το οποίο  καλούσε τους ταγματασφαλίτες του Παπαδόγγονα να αποστατήσουν και να προσχωρήσουν στις δυνάμεις των  ανταρτών. Στον ΕΛΑΣ υπηρέτησε από τον Ιούλιο του 1944 έως και τον Φεβρουάριο του 1945, ουσιαστικά μέχρι τη  συμφωνία της Βάρκιζας και την παράδοση των όπλων.

            Τον Οκτώβρη του 1945 διορίστηκε στο Γυμνάσιο Κορωπίου, όπου υπηρέτησε μέχρι το 1966, οπότε και  μετατέθηκε στο 8ο Γυμν. Αρρένων Αθήνας (στην πλατεία Κολιάτσου). Τον Οκτώβριο του 1966 με προαγωγή στο  βαθμό του Γυμνασιάρχη μετατέθηκε στο τριτάξιο Μεικτό Γυμν. Δράμας, όπου και υπηρέτησε μέχρι το Μάρτιο του 1968.

   Το 1970 προήχθη στο βαθμό του Γυμνασιάρχη του 6τάξιου  Μεικτού Γυμν. Ηγουμενίτσας έως τον Οκτώβρη του 1972. Παράλληλα ασκούσε καθήκοντα Διοικητικού Επιθεωρητή.

    Στη συνέχεια μετατέθηκε στο Β΄ Γυμν. Αρρένων Αιγάλεω και στο 15ο Γυμν. Αθηνών (Κυψέλη). Προήχθη σε Λυκειάρχη του 15ου Λυκείου Αθηνών και με το βαθμό αυτό συνταξιοδοτήθηκε τον Ιούλιο του 1977.

     Ο Παν. Παναγούλιας από μικρός έδειξε ιδιαίτερη αδυναμία στη λογοτεχνία, ελληνική και ξένη. Με πολλές στερήσεις αγόραζε βιβλία με έργα του Παλαμά, του Σολωμού, του Παπαδιαμάντη κ.α. Επίσης διάβαζε έργα μεγάλων ξένων λογοτεχνών: του Τολστόϊ, Ουγκώ, Γκαίτε κ.α. Το διάβασμα λογοτεχνικών έργων του πρόσφερε στιγμές μεγάλης συγκίνησης και ήταν, όπως γράφει, «η μόνη μου αληθινή παρηγοριά και το μοναδικό εντρύφημα στη μελαγχολική ατμόσφαιρα του φθινοπώρου και του χειμώνα στο χωριό».

    Μετά το Γυμνάσιο, επηρεασμένος από τους νεοέλληνες ποιητές και πεζογράφους και εμπνευσμένος από τη φύση, για την οποία ένιωθε λατρεία, άρχισε να συνθέτει δειλά-δειλά φυσιολατρικά ποιήματα αλλά και άλλα που είχαν σχέση  με τη ζωή και την παράδοση του χωριού (θρύλοι για στοιχειά, φαντάσματα κτλ.) που δημοσίευσε το 1965 σε βιβλίο με τίτλο « Αντίλαλοι απ’ τους λόγγους».  «Η φύση πάντα με γοήτευε. Χαιρόταν η ψυχή μου να βρίσκομαι στην εξοχή με το άπλετο, απέραντο φως, να βλέπω τις στρατιές των δένδρων και το πράσινο χρώμα κυρίαρχο. Αισθανόμουν ανέκφραστη ηδονή.»

     Το 1981 δημοσίευσε το βιβλίο «Παροιμίες του λαού μας», με υλικό που προέρχεται αποκλειστικά από τη Βλαχοκερασιά Αρκαδίας και αποδίδεται με τη σύνταξη, το τυπικό και τις παραλλαγές που λέγεται. Οι παροιμίες που ερμηνεύονται στο έργο αυτό διαιρούνται ειδολογικά πχ. αλαζονεία, φιλαργυρία, υγεία, αλληλεγγύη και συνοδεύονται από διασαφητικά σχόλια και παραδείγματα, όπου δε είναι δυνατό, συγκρίνονται με αποφθεγματικές φράσεις των αρχαίων. Οι «Παροιμίες του λαού μας», είναι συνέχεια μιας άλλης μελέτης, γλωσσολογικής και λαογραφικής, ή οποία βραβεύτηκε το 1965 από την Ακαδημία Αθηνών (Α΄ Βραβείο).*

     Το 1983 δημοσίευσε το βιβλίο «Πορεία Θριάμβου» με εντυπώσεις από την πολεμική ζωή στα αλβανικά βουνά κατά τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο. Το βιβλίο  αυτό περιλαμβάνει μια εμπεριστατωμένη εισαγωγή στον ελληνοϊταλικό πόλεμο και μια σειρά διηγημάτων, στα οποία περιγράφει με άμεσο και ζωντανό τρόπο όλες τις πτυχές του έπους του ’40, από την κήρυξη του πολέμου μέχρι και την ταπεινωτική υποχώρηση των Ελλήνων εξαιτίας της εισβολής των γερμανικών ναζιστικών στρατευμάτων στην Ελλάδα.

      Κρίσεις για τα έργα του Παν. Παναγούλια καθώς και εκτενή αποσπάσματα απ’ αυτά δημοσιεύτηκαν σε εφημερίδες («ΝΕΑ», «Βλαχοκερασιώτικα Νέα», «Η Θεσπρωτική», «Εθνικός κήρυξ Ν. Υόρκης», «Η Φωνή του Χωριού μας» και Περιοδικά («ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ», «Αντί», «Ελεύθερο πνεύμα»).

    Ο Παν. Παναγούλιας, εκτός από άνθρωπος των Γραμμάτων, υπήρξε ένας εξαιρετικός σύζυγος και πατέρας. Γυναίκα του ήταν η Σταυρούλα Γριμπά («η θεια-Βούλα»), μια πολύ δραστήρια και αξιαγάπητη γυναίκα που τον στήριξε σ’ όλες τις δύσκολες στιγμές της ζωής του. Μαζί μεγάλωσαν και διαπαιδαγώγησαν τα τρία παιδιά τους με ηθικές και δημοκρατικές αρχές, σ’ ένα κλίμα αγάπης και αλληλοσεβασμού. Ο γιος της οικογένειας Κώστας Παναγούλιας υπήρξε διακεκριμένος νομικός. Αρχικά υπηρέτησε στο Νομικό Συμβούλιο  του Κράτους ως Δικαστής και στη συνέχεια, μετά από αυστηρότατες εξετάσεις, εισήλθε στο Συμβούλιο της Επικρατείας και υπηρέτησε ως Πάρεδρος  του Σ.τ.Ε. Δυστυχώς ο Κώστας Παναγούλιας, προσηνής και αγαπητός σε όλους, με βαθιά δημοκρατική συνείδηση, πέθανε από την επάρατη νόσο σε ηλικία 45 ετών.

      Οι κόρες της οικογένειας Παν. Παναγούλια είναι η Ισμήνη, καθηγήτρια φυσικός, και η Ιωάννα, καθηγήτρια φιλόλογος.

     Ο Παν. Παναγούλιας πέθανε στις 15 Δεκεμβρίου 1992.

 

Δείγμα του έργου του:

*Βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών, 1965 (Βλ. παρακάτω σελίδα)

vraveio-panag.jpg