ΨΗΦΙΑΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΒΛΑΧΟΚΕΡΑΣΙΑΣ

Από τις Σκάφες και τις Νεροτριβές στ’ Αυτόματα Πλυντήρια[1]

Τskafi.jpgο πλύσιμο των ρούχων γινόταν κοντά στις πηγές νερού, όπως στα ιδιωτικά και δημόσια πηγάδια, στις αυλές των σπιτιών, στα ρέματα που υπήρχαν στα όρια του χωριού, στα ποτάμια που πότιζαν τα χωράφια και στις νεροτριβές που τροφοδοτούνταν από τα ποτάμια με άφθονο νερό. Σε περίπτωση που το νερό από το δικό τους πηγάδι ήταν γλυφό και δεν έκοβε (για δημιουργία σαπουνάδας), οι γυναίκες κουβαλούσαν νερό από τα ρέματα και τα δημόσια πηγάδια του χωριού κοντά στα σπίτια τους. Το νερό, το κουβαλούσαν στα σπίτια τους με τενεκέδες που κουβαλούσαν στα χέρια ή σε βούτες φορτωμένες στα υποζύγιά τους.

Οι πλύστρες ή τα πλυσταριά, όπου έπλεναν και έτριβαν τα ρούχα, ήταν στον περιβάλλοντα χώρο του σπιτιού τους ή σε υπαίθριους χώρους (π.χ. δημόσιες βρύσες ή πηγάδια, ρέματα και ποτάμια). Η πλύση στα υπαίθρια πλυσταριά σήμαινε το κουβάλημα των άπλυτων ρούχων και των υλικών (π.χ., καζάνια, κόπανοι, στάχτη και σαπούνι), μαζί με το κολατσιό της ημέρας, με τα υποζύγιά τους, τα μουλάρια και/ή γαϊδούρια.

Ο τύπος των ρούχων («ελαφρά» ή «χοντρά») και η κατάστασή τους (καινούργια ή μεταχειρισμένα/φθαρμένα) καθόριζαν γενικά τον τόπο και τρόπο του πλυσίματος. Τα ελαφρά ρούχα, τα οποία τοπικά τα λέγανε «αλλαξίμια» ή «αλλαξίδια» (π.χ. πουκάμισα, παντελόνια, μπλούζες, φουστάνια,  φανέλες,  εσώρουχα,  τραπεζομάντηλα κτλ.)  τα πλένανε σε τσίγκινες σκάφες στις αυλές των σπιτιών χρησιμοποιώντας νερό από τα δικά τους πηγάδια ή  σε υπαίθρια πλυσταριά που έστηναν σε δημόσιες πηγές (π.χ., Κουβέλι),  σε ρέματα (π.χ., του Σούρλα) και  σε ποτάμια (π.χ., της Βάλτενας). Τη θέση της σκάφης στα υπαίθρια πλυσταριά έπαιρνε μια πλάκα (μεγάλη επίπεδη πέτρα), η οποία μπορεί να ήταν φυσική ή κτιστή. Χρησιμοποιούσαν «καυσόξυλα» για να ζεστάνουν το νερό σε καζάνια  στηριγμένα σε πέτρες. Στο καζάνι με τα άπλυτα τοποθετούσαν και σταχτόνερο («αλισίβα») για καλύτερο καθαρισμό και μαλάκωμα των ρούχων. Πλένανε τα ρούχα δύο χέρια με σαπούνι δικής τους παραγωγής, ξεχωριστά τα σκουρόχρωμα από τα ανοιχτόχρωμα. Αν χρειαζότανε, πριν τα ξεβγάλουν, τα βουτάγανε σε καθαρό, βραστό νερό για να τα απολυμάνουν (από ψείρες κτλ.). Στη συνέχεα, τα νεροβγάζανε σε  ξάστερο νερό και ανάλογα με τον τόπο του πλυσίματος τα απλώνανε σε σκοινιά/κάγκελα ή σε θάμνους (ρείκια, πουρνάρια κτλ.) και πέτρες για να στεγνώσουν.

Τα χοντρά ρούχα (π.χ., μπατανίες, κουβέρτες, ράσα από τραγόμαλλο) ήταν ασήκωτα και αδύνατον να πλυθούν με τα χέρια. Το πλύσιμο γινότανε τους θερμούς μήνες (Μάιο-Αύγουστο) σε υπαίθρια πλυσταριά ή σε νεροτριβές της Βάλτενας αξιοποιώντας τη δύναμη της περιστροφής του νερού[2]. Στις νεροτριβές έπλεναν τα καινούργια, αυτά που προορίζονταν για προικιό και τα μεταχειρισμένα, αλλά σε καλή κατάσταση ρούχα, προσέχοντας τα ρούχα της κάθε πλύσης να έχουν ομοιογενή σύνθεση ως προς τον τύπο του μαλλιού. Η διάρκεια του πλυσίματος κυμαινόταν από μία έως δυο ώρες[3]. Τα χοντρά ρούχα που πλένονταν στην νεροτριβή δεν χρειάζονταν ξέβγαλμα, αλλά μόνο στράγγισμα σε πέτρες και θάμνους στο περιβάλλον της νεροτριβής. Το στέγνωμα γινόταν επί τόπου αν τα χωράφια των γυναικών ήταν κοντά στη νεροτριβή. Διαφορετικά τα μεταφέρανε στο χωριό με τα υποζύγιά τους για στέγνωμα.

Χοντρά ρούχα, μεταχειρισμένα\φθαρμένα και στρωσίδια, πλένονταν επίσης σε υπαίθρια πλυσταριά (γούρνες κτλ) και στη συνέχεια τα χτυπούσαν με κόπανους για να φύγουν τα νερά και οι βρωμιές. Τα νεροβγάζανε και τα στέγνωναν στο περιβάλλον της κατοικίας τους αν ο τόπος πλυσίματος ήταν  εντός των ορίων του χωριού ή τα απλώνανε σε θάμνους και πέτρες, όταν το πλύσιμο γινότανε σε ρέματα και ποτάμια μακριά από το χωριό. Αν το πλύσιμο γινόταν μακριά από το χωριό, οι γυναίκες έφευγαν πρωί πρωί για να προλάβουν να τα πλύνουν και να τα στεγνώσουν, πριν πάρουν το δρόμο της επιστροφής για το σπίτια τους.

Το παραπάνω φωτογραφικό υλικό συμπληρώνεται με σχετικές υπερσυνδέσεις: μια συνταγή και ένα φιλμάκι (1975) για τον παραδοσιακό τρόπο παραγωγής  σαπουνιού, ένα φιλμάκι (1975), το οποίο απεικονίζει δύο γενιές γυναικών (πεθερά και νύφη) να πλένουν τα «αλλαξίμια» σε τσίγκινη σκάφη, μια αφήγηση από την Βούλα Κοντογιάννη σε μαθήτρια γυμνασίου για  το πλύσιμο των ρούχων (ελαφρών ή χοντρών)  σε ποτάμια και ρέματα της Βλαχοκερασιάς και, τέλος,  μια αφήγηση του Γιώργη Τσαντήλα στην Κική Κατσαφάνα για τους νερόμυλους και τις νεροτριβές. Οι αφηγήσεις, μας διαφωτίζουν για τους κόπους των γυναικών και τις κοινωνικές προεκτάσεις των παλαιών πρακτικών, ταυτόχρονα όμως  υποδηλώνουν μια νοσταλγία για τις ευχάριστες στιγμές.

Με την αξιοποίηση της ηλεκτρικής και της ηλιακής ενέργειας, την κατασκευή φραγμάτων στη Βάλτενα, την ανάπτυξη του κεντρικού δικτύου υδάτων, την έλευση του αυτοκινήτου, τη γήρανση της παλιότερης γενιάς και την χρήση των αυτόματων πλυντηρίων στο χωριό και των καθαριστηρίων σε κοντινές πόλεις,  οι «νεροτριβιάρηδες»  εγκατέλειψαν τις νεροτριβές. Τώρα πια, τα «αλλαξίμια» τα πλένουν στο αυτόματο πλυντήριο και τα χοντρά (π.χ., παπλώματα, κουβέρτες, χαλιά)[4] τα πλένουν στη μπανιέρα ή στην ταράτσα (με λάστιχο  και σκούπα) και τα κρεμάνε στα κάγκελα για να στεγνώσουν. Ένας σχετικά μικρός αριθμός Βλαχοκερασιωτών πλένουν τα χοντρά τους σε καθαριστήρια της Τρίπολης. Απαλλαγμένες/οι πια από τις ανηφόρες/κατηφόρες των ρεμάτων/ποταμιών, τα φορτώματα/ξεφορτώματα των υποζυγίων, τα πλυσίματα/κοπανίσματα των χοντρών ρούχων, και  έχοντας  όλα τα σύγχρονα μέσα πλυσίματος, μεταφοράς και επικοινωνίας στα πόδια τους, οι νέες και νέοι που μένουν στο χωριό έχουν τώρα περισσότερες ευκαιρίες να σταδιοδρομήσουν, αφού φυσικά αναπτυχθούν τα τοπικά και τα κοινωνικά ισοδύναμα που χάθηκαν με τις παραδοσιακές πρακτικές.    

Νίκος Π. Πετρόπουλος
Συντονιστής Επιτροπής Ψ. Μ. Β.

Πατήστε εδώ ή στην επάνω εικόνα για να μία περιήγηση στο φλίπινγκ μπουκ.


[1] Για τη διαμόρφωση της παρούσας εισαγωγής, τις ευχαριστίες μας στον Νίκο Π. Σταθόπουλο, την Κωνσταντίνα Σαραντάκη, την Ελευθερία Μαργέτη και την Κωνσταντίνα Κοντογιάννη. Ο πατέρας του Νίκου, Παναγιώτης («Κουμπατσάς»), ήταν ιδιοκτήτης νεροτριβής και αλευρόμυλου.

[2]Το νερό έπεφτε από τη γούρνα (λεκάνη) σε ένα βαγένι (βαρέλι) με σχετικά μεγάλη κρέμαση (6-10 μ. ύψος). Από το στόμιο του βαγενιού το ορμητικό νερό εκτοξευόταν πλαγίως στο τοίχωμα της νεροτριβής («βούτας») με τα ρούχα, ώστε να δημιουργηθούν περιστροφές. Η δύναμη και οι περιστροφές του νερού ήταν συνάρτηση της κρέμασης και της χωρητικότητας του βαγενιού καθώς και της διαμέτρου του στομίου του απ’ όπου  εκτοξεύονταν το νερό στη νεροτριβή. Τόσο το βαγένι όσο και η νεροτριβή είχαν κωνικό σχήμα, με τη νεροτριβή να έχει μεγαλύτερη διάμετρο στη βάση. Κατασκευασμένα και τα δύο από ξύλο, τις τελευταίες μέρες τους αντικαταστάθηκαν από σκυρόδεμα.

[3] Για περισσότερες πληροφορίες για νεροτριβές κτλ, ο/η ενδιαφερόμενος/η μπορεί να πλοηγηθεί στο Μουσείο Υδροκίνησης της Δημητσάνας: http://www.piop.gr/el/diktuo-mouseiwn/Mouseio-Ydrokinisis/to-mouseio.aspx  (Ανάκτηση 3/11/2015).

[4] Οι μπαντανίες έχουν εκτοπιστεί από τα παπλώματα, τόσο στο χωριό όσο και στα χειμαδιά. Φυλάσσονται σε κασέλες και μπαούλα και  έχουν κυρίως μουσειακή αξία.

Χάρτης / Map