ΨΗΦΙΑΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΒΛΑΧΟΚΕΡΑΣΙΑΣ

paradosiakes

 [1]Οι ενδυμασίες μιας τοπικής κοινωνίας, όπως και τα άλλα υλικά και άυλα στοιχεία ενός πολιτισμού (π.χ. ήθη και έθιμα, τεχνολογία, γλώσσα κτλ.) αντανακλούν πολλαπλές ιστορικές επιρροές, βρίσκονται συνεχώς σε εξέλιξη και σηματοδοτούν την καταγωγή, την προέλευση, την κοινωνική τάξη και τη θέση του ατόμου που τις φορά. Στην περίπτωση της χώρας μας, καθοριστικές ήταν οι επιδράσεις της κλασικής Ελλάδας, του Βυζαντίου, της Τουρκοκρατίας, της Ενετοκρατίας, της Επανάστασης του 1821 και της Ορθοδοξίας.
Φυσικά, κάθε περιοχή βίωσε διαφορετικά τις παραπάνω επιρροές. Διαφορετικό ήταν και το αποτέλεσμα, ανάλογα και με τις τοπικές, γεωγραφικές, κλιματολογικές και πολιτισμικές συνθήκες.

Παλαιότερα, αρκούσε η φορεσιά «ενός ξενοχωρίτη… για να προδώσει την ταυτότητα του χωριού του», αν και αυτό περιπλέκονταν, όταν ένα χωριό είχε νύφες (και σιόγραμπρους) από άλλες περιοχές.

Εκτός από τον τόπο καταγωγής τους, οι παραδοσιακές φορεσιές, τα εξαρτήματα και η σύνθεσή τους υποδήλωναν την ηλικία του ατόμου (π.χ. οι μεγαλύτεροι καπεταναίοι φορούσαν φουστανέλες με περισσότερες δίπλες και μήκος που έφθανε κάτω από τα γόνατα, ενώ αυτές των νεότερων παλικαριών είχαν λιγότερες δίπλες και το μήκος τους σταματούσε πάνω από τα γόνατα)· την οικογενειακή κατάσταση της γυναίκας (π.χ. οι νέες γυναίκες φορούσαν λευκό μαντήλι, οι παντρεμένες μαύρο με κέντημα και οι γριές/χήρες μαύρο σκέτο)· το σκοπό της φορεσιάς τους (π.χ. οι γυναίκες φορούσαν μεταξωτές ή βελουδένιες ποδιές με κέντημα για τις γιορτές, «πρόστυχες» από κατώτερης ποιότητας ύφασμα για καθημερινές δουλειές και «παρδαλές-σύμβολα διασκεδαστικής εκτροπής” για την περίοδο του τρύγου»· και την κοινωνική θέση του ατόμου (π.χ. οι ευκατάστατοι άνδρες φορούσαν τσαρούχια από βοδινό δέρμα και οι φτωχότεροι τα γουρνοτσάρουχα).[2] Στις μέρες μας η ενδυμασία γίνεται όλο και λιγότερο ενδεικτική της διαφορετικότητας, γι’ αυτό ο κοινωνικός αναλυτής θα πρέπει να βασιστεί σε περισσότερους δείκτες.

Στην περίπτωση της Αρκαδίας, οι φορεσιές της γυναίκας περιελάμβαναν την τσεμπέρα/κεφαλομάντηλο, τη μπελερίνα (πλεκτό στους ώμους), τα καψόνια (εξέλιξη της μπελερίνας), τη μπόλκα-φούστα, τη μπόλκα-ζακετάκι με ζωνάκι, τις φούστες (σκέτες ή με πανωκόρμι), το κοντογούνι (κοντό παλτό), την ποδιά, τη ζώνη, τα γιουρντιά (πανωφόρια), και τα τσαρούχια. Πιο σύνθετες φορεσιές ήταν η φορεσιά της Αμαλίας (με κοντογούνι, φέσι με φούντα, πουκάμισο, φούστα και ζώνη) καθώς και το μαυροφούστανο (με πουκάμισο, σεγκούνι, φούστα, φέσι με φούντα, ποδιά, μπελερίνα). Κάποια από τα παραπάνω (και ιδίως αυτά που ήταν η μόδα της εποχής και εισαγόμενες μάρκες) θεωρούνταν πολύτιμα οικογενειακά κειμήλια, μνημονεύονταν σε προικοσύμφωνα και μεταφέρονταν από γενιά σε γενιά.

Για τους άνδρες Αρκάδες, έχουν αναφερθεί διάφορες απλές ή σύνθετες φορεσιές όπως: (1) η πουκαμίσα, (2) το μπενοβράκι (παντελόνι μέχρι κάτω από τα γόνατα), (3) η φουστανέλα,[3] ή οποία περιελάμβανε το γιλέκο/φέρμελη, το σελάχι, το ζωνάρι, το φέσι (σκούφια με φούντα), το πουκάμισο, τις περικνημίδες, τους καλτσοδέτες με φούντα, και τα τσαρούχια), (4) ο ντουλαμάς (ρεντικότα)[4] και (5) η μεταγενέστερη βλάχικη φορεσιά, η οποία αποτελείτο από μαύρο παντελόνι, μαύρο γιλέκο με κόκκινη επένδυση, κόκκινο ή λευκό μαντηλάκι, άσπρο πουκάμισο και πλεκτό ζωνάρι. Σημειώνουμε ότι και για τα δύο φύλα, οι φορεσιές συνοδεύονταν από τα στολίδια και εξαρτήματα, τα οποία αντικατόπτριζαν και την κοινωνικο-οικονομική θέση των χρηστών. Οι ενδυμασίες και τα εξαρτήματά τους φοριόντουσαν τόσο για καλλωπιστικούς/συμβολικούς όσο και για πρακτικούς σκοπούς[5].

Οι ευρωπαϊκές ενδυμασίες άρχισαν σιγά σιγά να διεισδύουν στον Ελληνικό χώρο μετά το 1821, αλλά ιδίως μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Πρώτα στις πόλεις και μετά στην επαρχία και τα χωριά. Στη Βλαχοκερασιά, όπως τεκμηριώνεται και στηνενδεικτική συλλογή, οι παραδοσιακές φορεσιές (π.χ. η πουκαμίσα στους άνδρες) είχαν εκλείψει την δεκαετία του 1950, ενώ κάποιες παραμένουν ακόμα σε κασέλες (κειμήλια). Για διηγήσεις Βλαχοκερασιωτών σχετικά με τις παραδοσιακές φορεσιές, ο αναγνώστης παραπέμπεται στο τρίτο μέρος ("Στοιχεία Λαογραφικού Υλικού") της μονογραφίας Βλαχοκερασιά: Ιστορικά, Δημογραφικά και Λαογραφικά Στοιχεία που εκπονήθηκε από τον Άγγελο Μπιστόλα και τους συνεργάτες του. Στις μέρες μας οι παραδοσιακές ενδυμασίες φοριούνται από την Προεδρική Φρουρά και αναβιώνουν στις [εθνικές] γιορτές, παρελάσεις θεατρικές παραστάσεις που οργανώνουν τα σχολεία (βλ. Κοινωνική Οργάνωση – Αλληλεγγύη), και σε σχολές παραδοσιακών χορών.

Προς το παρόν, και για την παρούσα ενότητα, διαθέτουμε φωτογραφικό υλικό και τρεις υπερσύνδεσεις. Στις φωτογραφίες απεικονίζονται μια ποικιλία παραδοσιακών ενδυμασιών: φουστανέλες,πουκαμίσες, γιλέκα, σελάχια, κεφαλομάντηλα/μαντηλοδεσιές, φέσια/σκούφιες, ζώνες, τσαρούχια, κάλτσες και καλτσοδέτες κτλ. Κάποιες από τις σχετικές ενδυμασίες είναι γιορτινές και άλλες καθημερινές. Πολλές είναι από περιοχές της Αρκαδίας (Νεστάνη, Λεωνίδιο κτλ.), κάποιες από άλλες περιοχές της Ελλάδας (π.χ. Αράχωβα Βοιωτίας), ενώ άλλες αποτελούν προσαρμογές στις τοπικές/ατομικές συνθήκες – προσαρμογές που ενδεχομένως να οφείλονται σε γεωγραφικούς, επαγγελματικούς και εποχικούς παράγοντες. Το γεγονός ότι δεν είναι όλες οι φωτογραφίες ολόσωμες δυσκολεύει την ταξινόμησή τους. Οι τρεις υπερσυνδέσεις αφορούν: ένα προικοσύμφωνο μεταξύ Κερασιωτών (1867) όπου αναφέρονται και παραδοσιακές φορεσιές, ένα ποίημα («Το Λέρωμα της φουστανέλας») επιλογή της Ελένης Βελισσάρη («Φωνή του Χωριού μας» Φύλλο 56, Μάρτιος 1998) που παραπέμπει σε παλαιότερες διαστρωματώσεις της τοπικής κοινωνίας και ένα βίντεο κλιπ του υπογράφοντα από εκδήλωση, με παραδοσιακούς χορούς, στην Πλατεία του Άρεως, στην οποία συμμετείχαν και απόγονοι Βλαχοκερασιωτών. Σκοπεύουμε να δημιουργήσουμε υπερσυνδέσεις με ντοκουμέντα και/ή αφηγήσεις για τους εικονιζόμενους και άλλους Βλαχοκερασιώτες με παραδοσιακές ενδυμασίες. Αναζητούμε φωτογραφίες από Βλαχοκερασιώτες με παραδοσιακές φορεσιές, ακόμη και φωτογραφίες από φορεσιές (κειμήλια) που υπάρχουνστις κασέλες, καθώς και προικοσύμφωνα, όπου έχουν μνημονευτεί γυναικείες ενδυμασίες, αρκεί το υλικό να συνοδεύεται από τα στοιχεία ταυτότητας (τύπος, εποχή/έτος, ποιος/ποια το φόρεσε, πηγή κτλ.). Καλούνται οι συμπατριώτες, όπου γης, να ψάξουν τα αρχεία τους και να συμβάλλουν στον περαιτέρω εμπλουτισμό της συλλογής.

Νίκος Π. Πετρόπουλος
Συντονιστής Επιτροπής Ψ. Μ. Β.

Πατήστε εδώ ή στην επάνω εικόνα για μία περιήγηση στο φλίπινγκ μπουκ.

 


[1]Πηγές:

-«Στολές Ηπειρωτικού Ελληνισμού», Ομάδα Εργασίας ΓΕΛ Καστριτσίου (Φωτεινή Νικολαΐδη, κ.α.), Πάτρα, 22/01/2013

-«Η Ενδυμασία στην Τέχνη, στην Ιστορία και στον Πολιτισμό: Παραδοσιακή Ενδυμασία Στερεάς Ελλάδας», Ομάδα Εργασίας 2ο Λύκειο Λαμίας (Παρασκευή Βαρούτη, κ.α. με Υπεύθ. Καθηγητές τους Ηλία Πλάκα και Ευαγγελία Γιώτα), Σχολικό Έτος 2012-2013

“Ενδυμασίες» http://hellas.teipir.gr/DimosKentrikouZagoriou/greek/zagori/Paradosi/endymasies.htm

-«Ένδυμα, Άρματα, Τσαπραζια: Ο Άη Συμιός-Σύλλογος Πανηγυριστών», https://aisimios.wordpress.com/

- Γ.Χ. Κομζιάς, «Το Πανηγύρι της Άγι’ Αγάθης», Αιτωλικό, 1999 (http://g-komzias.blogspot.com).

--Πολύτιμη ήταν και η συμβολή της συγχωριανής μας, Κων/νας Κοντογιάννη.

[2] Φυσικά, δεν αποκλείουμε και το φαινόμενο της «ανώμαλης επίδειξης» (anomalous display) (κατώτερες τάξεις να υιοθετούν πρακτικές μιας ανώτερης) που είχε επισημάνει ο Thorstein Veblen για τους Αμερικανούς στις αρχές του 20ου Αιώνα (Theory of the Leisure Class, 1899).

[3] Η φουστανέλα αποτελούνταν από 400 δίπλες, μία δίπλα για κάθε έτος σκλαβιάς επί Τουρκοκρατίας.

[4] Φοριόταν από τις ευκατάστατες τάξεις· οι φτωχότερες φορούσαν ράσα και καπότες.

[5] Τα τσαπράζια/κιουστέκια (ασημένια ή επίχρυσα) φοριούνταν στο στήθος από τους άντρες σταυρωτά ή κρέμονταν από το λαιμό και είχαν περισσότερο «διακοσμητικό» ή «συμβολικό» χαρακτήρα. Τα κιουστέκια είχαν στο κέντρο τετράγωνη ή στρογγυλή πλάκα, όπου απεικονίζονταν διάφορες παραστάσεις Αγίων/της Παναγίας–ένα «απομεινάρι» της παλαιάς πανοπλίας. Αντίθετα, το σελάχι είχε περισσότερο χρηστικό χαρακτήρα και χρησίμευε ως ζωνάρι, για τη στερέωση/φύλαξη διαφόρων αντικειμένων/υλικών, όπως οι κουμπούρες, το μεδουλάρι (λιπαρή ουσία από μεδούλι), τα μαχαίρια, η καπνοσακούλα, τα δεφτέρια/τεφτέρια (τετράδια με τους λογαριασμούς), τα πυρόβολα (παλιοί αναπτήρες), τα καλαμάρια (θήκες για πένες από καλάμι) και οι κτένες. 

Χάρτης / Map